Το νερό σε «κατάσταση κρίσης»

    limnh ylliki Σε κίνδυνο θέτουν τα ελληνικά αποθέματα νερού οι έως τώρα διαχειριστικές πρακτικές των υδάτων, διαπιστώνουν οι ειδικοί επιστήμονες, την ίδια στιγμή που περιβαλλοντικές έρευνες δεν δίνουν περιθώρια για ολιγωρία. «Απαιτείται άμεση δράση», λένε, «για να σώσουμε το πολυτιμότερο αγαθό του πλανήτη».

Τα στατιστικά στοιχεία, που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας με το τελευταίο τεύχος της αμερικανικής επιθεώρησης «Nature», μιλούν από μόνα τους: 4,8 δισεκατομμύρια άτομα, δηλαδή το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού, ζουν σε περιοχές με σοβαρό κίνδυνο, όσον αφορά την ασφάλεια του νερού.

Επιπλέον, 30 από τους 47 μεγαλύτερους ποταμούς της γης κινδυνεύουν εξαιτίας ανθρώπινων παρεμβάσεων, ενώ 65%  των ποταμών της γης απειλούνται, από μέτρια έως σοβαρά, με απώλεια βιοποικιλότητας. Σημειώνεται, επίσης, ότι 90% των υγροτόπων και των πεδιάδων κατάκλισης στην Ευρώπη, έχουν ήδη απαλειφθεί.

Οι ειδικοί, κρούουν -εδώ και χρόνια- τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι μία περιβαλλοντική κρίση θα είναι πολύ πιο δύσκολα αναστρέψιμη και με πολύ πιο δυσάρεστες συνέπειες, από την οικονομική.

«Η Ελλάδα είναι μία μεσογειακή χώρα με σχετικά μειωμένες βροχοπτώσεις και επομένως χαμηλά αποθέματα νερού, τα οποία παρουσιάζουν σημαντική χωρική και χρονική ανομοιογένεια» αναφέρει ο Ηλίας Δημητρίου, γεωλόγος, ερευνητής του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών. Εξηγεί πως «οι διαχειριστικές πρακτικές των υδάτων σε τοπικό, αλλά και ευρύτερο περιφερειακό επίπεδο είναι ελλιπείς και αποσκοπούν κυρίως στην κάλυψη των αναγκών που αποφέρουν άμεσα οικονομικά οφέλη, χωρίς να συνυπολογίζουν το περιβαλλοντικό κόστος και τις ενδεχόμενες μακροχρόνιες οικονομικές συνέπειες. Έτσι, δίδεται βαρύτητα αποσπασματικά, σε συγκεκριμένες πτυχές της διαχείρισης των υδάτων, όπως είναι η κάλυψη των ανθρωπογενών αναγκών και παραλείπονται ή υποβαθμίζονται σημαντικά θέματα που αφορούν κυρίως στην κάλυψη των μελλοντικών αναγκών και στις περιβαλλοντικές ανάγκες νερού».

Ο κ. Δημητρίου υπογραμμίζει ότι μεγάλο πρόβλημα είναι η σπατάλη, που παρατηρείται συχνά στον αγροτικό τομέα. Το ποσοστό κατανάλωσης γλυκού, πόσιμου νερού στον τομέα της γεωργίας στην Ελλάδα, αγγίζει το 80%. Σε πολλές, δε, περιπτώσεις γίνεται κατασπατάληση του αρδευτικού νερού, λόγω χρήσης μη ορθολογικών μεθόδων άρδευσης, καθώς και λανθασμένου προγραμματισμού άρδευσης, όπως π.χ. πότισμα κατά τις μεσημεριανές ώρες το καλοκαίρι, παρατεταμένη διάρκεια ποτίσματος χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η υγρασία του εδάφους και οι ανάγκες της κάθε καλλιέργειας. «Ακόμη, μέχρι και σήμερα, σχεδόν σε καμία περίπτωση δεν λαμβάνονται υπόψη τα διαθέσιμα αποθέματα σε επίπεδο υδρολογικής λεκάνης για την προσαρμογή των απολήψεων νερού, με αποτέλεσμα τη συχνή υπερεκμετάλλευση των υδάτινων πόρων και την εμφάνιση φαινομένων υφαλμύρυνσης, λειψυδρίας και ρύπανσης» σημειώνει ο ειδικός επιστήμων.

Από την πλευρά του, ο Νίκος Σιέμος, επικεφαλής της Διεύθυνσης Υδρογεωλογίας του Ινστιτούτου Γεωολογικών Μεταλλευτικών Ερευνών, επισημαίνει πως «στην Ελλάδα δεν αντιμετωπίζουμε, καθολικά, πρόβλημα με το νερό. Προς το παρόν, αντιμετωπίζουμε περιοδικά και τοπικά προβλήματα. Σε περιοχές της Θεσσαλίας, στα νησιά, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες, στο Αργολικό πεδίο, και σε άλλες περιοχές, όπως αυτή της Μεσσαπίας, στα Οινόφυτα, παρατηρούνται ποιοτικά και ποσοτικά προβλήματα. Η υπερεκμετάλλευση των υπόγειων υδροφόρων οριζόντων για την ικανοποίηση αρδρευτικών, υδρευτικών ή και άλλων αναγκών, έχουν ως συνέπεια να παρατηρείται μείωση των υδατικών αποθεμάτων ή ποιοτική τους υποβάθμισης».

Ποιά είναι η κατάσταση στην Ελλάδα

Σύμφωνα με τον κ. Δημητριου, στην Ελλάδα «δεν υπήρχε έως σήμερα καθεστώς ορθολογικής διαχείρισης των υδατικών πόρων, με αποτέλεσμα την εμφάνιση κατά καιρούς, φαινομένων λειψυδρίας και ρύπανσης».

Κατά την Οδηγία Πλαίσιο για τα Ύδατα (2000/60/ΕΕ), και το νέο κοινωνικοοικονομικό τοπίο που διαμορφώνεται απαιτεί την ολοκληρωμένη διαχείριση των υδατικών πόρων, όπου οι χρήσεις νερού θα πρέπει να προσαρμοστούν στη διαθεσιμότητα των υδατικών πόρων, με την παράλληλη μείωση των ρυπαντικών πιέσεων, έτσι ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της συγκεκριμένης οδηγίας, για καλή ποιοτική και ποσοτική κατάσταση των υδάτινων σωμάτων (λίμνες, ποτάμια, υπόγεια νερά), έως το 2015.

«Η συγκεκριμένη Οδηγία έχει ισχυρά οικολογικό προσανατολισμό και ενώ επικεντρώνεται σε θέματα διαχείρισης και προστασίας των υδατικών πόρων, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην περιβαλλοντική διάσταση των χρήσεων του νερού και στην ανάγκη διατήρησης της ακεραιότητας των οικοσυστημάτων» τονίζει ο κ. Δημητρίου και προσθέτει:

«Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι όλος ο σχεδιασμός χρήσεων νερού, διαχειριστικών μέτρων και διοικητικών ενεργειών πρέπει να γίνεται με γνώμονα τη διατήρηση της οικολογικής ποιότητας των νερών ή τουλάχιστον την αποτροπή περαιτέρω επιδείνωσης». Σύμφωνα με την οδηγία, τα υδάτινα σώματα θα πρέπει να παρακολουθούνται συνεχώς ως προς την ποιοτική και ποσοτική τους κατάσταση, και τα σχέδια διαχείρισης θα πρέπει να αναπροσαρμόζονται και να επικαιροποιούνται, με βάση τα νέα δεδομένα που θα προκύπτουν.

Κατά τους επιστήμονες, περνάμε σταδιακά από την εποχή της αύξησης των αποθεμάτων με την κατασκευή μεγάλων έργων, όπως φράγματα, βαθιές γεωτρήσεις, εκτροπές ποταμών κλπ, στην εποχή της διαχείρισης της ζήτησης, όπου θα πρέπει να δούμε τις πραγματικές μας ανάγκες και να προσαρμοστούμε στη διαθεσιμότητα των υδατικών πόρων.

«Σταδιακά θα φτάσουμε σε κατάσταση να μη μπορούμε να καλλιεργούμε υδροβόρες καλλιέργειες σε άνυδρες περιοχές ή να μη φτιάχνουμε τεράστια γήπεδα γκόλφ και πισίνες γλυκού νερού σε νησιά των Κυκλάδων, που δεν έχουν επαρκή υδατικά αποθέματα. Επίσης, θα πρέπει να μειώσουμε τη σπατάλη στον αγροτικό τομέα, καθώς και τις απώλειες νερού από τα δίκτυα διανομής του, ενώ και η τιμολόγηση αυτού του αγαθού θα πρέπει να επιβραβεύει την εξοικονόμηση και να αποθαρύνει την σπατάλη» υπογραμμίζει ο κ. Δημητρίου.

Γιατί καθυστερούμε;

Όπως οι περισσότερες από τις χώρες της ΕΕ, έτσι και η Ελλάδα έχει καθυστερήσει σημαντικά στην εφαρμογή της οδηγίας και ως εκ τούτου, η επίτευξη του στόχου για την καλή ποιοτική κατάσταση των υδάτων το 2015, αναμένεται να μετατεθεί για αργότερα, ίσως για το 2021.

«Ειδικά στην Ελλάδα, υπάρχει σοβαρή καθυστέρηση στην έκδοση των απαραίτητων Προεδρικών Διαταγμάτων για τη δημιουργία των εθνικών μηχανισμών και εργαλείων, που θα επιτρέψουν την εφαρμογή της οδηγίας, ενώ υποβαθμίζεται και η σπουδαιότητα της οικολογικής ποιότητας με την καθυστέρηση και την υποχρηματοδότηση των απαιτούμενων έργων για την απόκτηση επιστημονικών δεδομένων, που θα χρησιμοποιηθούν στον ποιοτικό χαρακτηρισμό των υδάτινων σωμάτων» σημειώνει ο κ. Δημητρίου και διευκρινίζει:

«Ένας από τους κυριότερους λόγους για την αλόγιστη χρήση των υδατικών πόρων που παρατηρείται σε πολλούς τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, οφείλεται στο ότι η κοστολόγηση του νερού δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό κόστος του αγαθού. Σήμερα, ωστόσο, υπάρχουν επιστημονικές μέθοδοι κοστολόγησης του νερού που λαμβάνουν υπόψη σημαντικό αριθμό παραμέτρων. Η Οδηγία-πλαίσιο για τα νερά επιβάλλει την ορθή τιμολόγηση του νερού για όλους τους χρήστες, κάτι που θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό της ζήτησης σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες, εξοικονομώντας έτσι σημαντικές ποσότητες νερού και συμβάλλοντας στον στόχο της βιωσιμότητας στη διαχείριση».

Κατά τον κ. Δημητρίου, είναι σαφές ότι ο εξορθολογισμός στην τιμολόγηση του νερού είναι από τα δυσκολότερα στην εφαρμογή τους μέτρα, λόγω του ενδεχόμενου πολιτικού κόστους, που όμως αν δεν αναληφθεί δεν μπορεί να υπάρξει και βιώσιμη διαχείριση των υδάτων.

«Το εν λόγω πολιτικό κόστος -λέει- είναι κατ’ ουσίαν πλασματικό, διότι ο εξορθολογισμός της τιμολόγησης νερού, ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα, θα έχει θετικές οικονομικές επιπτώσεις σε μεσο-μακροχρόνια κλίμακα για τους αγρότες, αφού θα οδηγήσει στην εξοικονόμηση νερού που σημαίνει λιγότερα καινούργια έργα εκμετάλλευσης νερού, καθώς και μικρότερα λειτουργικά έξοδα για τα υπάρχοντα έργα. Για παράδειγμα, άνοδος της στάθμης των υπόγειων υδάτων, λόγω εξοικονόμησης νερού, σημαίνει μικρότερο κόστος άντλησης και επομένως μείωση των λειτουργικών εξόδων. Περισσότερα αποθέματα νερού σημαίνει βελτίωση της ποιότητας του νερού, αποφυγή φαινομένων υφαλμύρυνσης και αειφορία στην χρήση του αγαθό».

«Επιτακτική ανάγκη η διαχείριση των υδάτινων πόρων»

«Η ανάγκη για βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων έχει γίνει επιτακτική, λόγω της αισθητής μείωσης των αποθεμάτων γλυκού νερού καλής ποιότητας, που οφείλεται κυρίως στη μη ορθολογική χρήση του, στην αύξηση της σχετικής ζήτησης αλλά και στους αυξανόμενους ρυθμούς ρύπανσης» επισημαίνει ο επιστήμονας, τονίζοντας την ανάγκη συμβολής της  Πολιτείας στον εκσυγχρονισμό των αρδευτικών δικτύων.

«Πρέπει να κατασκευαστούν κλειστά υπόγεια δίκτυα διανομής νερού, όπου δεν υπάρχουν, και μεθόδων άρδευσης με επιδότηση φιλικών προς το περιβάλλον αρδευτικών πρακτικών, εγκατάσταση μετρητών υγρασίας εδάφους, συστήματα ανακύκλωσης αρδευτικού νερού, καθώς και αντικατάσταση υδροβόρων καλλιεργειών σε άνυδρες περιοχές, ιδιαίτερα όταν αυτές δεν είναι οικονομικά βιώσιμες, με είδη προσαρμοσμένα στις περιβαλλοντικές συνθήκες της κάθε περιοχής.

Είναι απαραίτητη η διαχρονική παρακολούθηση της ποιότητας και της ποσότητας των υδάτων, προκειμένου να μπαίνουν σε εφαρμογή διαχειριστικά σχέδια και προγράμματα, όπου προκύπτει ανάγκη» τονίζει, από την πλευρά του, ο κ. Σιέμος και προσθέτει ότι «δεν πρέπει να θεωρούμε το νερό ως ανεξάντλητο αγαθό. Είναι ένας φυσικός πόρος, ο οποίος δεν είναι απεριόριστος. Σε ατομικό επίπεδο πρέπει να γίνεται εξοικονόμηση νερού και πρέπει να χρησιμοποιείται με αίσθημα οικονομίας για να έχουμε και αύριο. Η υπερεκμετάλλευση των υδάτινων πόρων μπορεί να μας εξυπηρετεί βραχυπρόθεσμα, αλλά μακροπρόθεσμα αποβαίνει καταστρεπτική για τους υδροφόρους ορίζοντες. Θα πρέπει, επίσης, να γίνεται σωστή διαχείριση των αποβλήτων από τις βιομηχανίες, όπως επίσης και των δικτύων αποχέτευσης, έτσι ώστε να προστατεύονται τα υπόγεια νερά».

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και ο κ . Δημητρίου, ο οποίος καταλήγει: «Σε αυτή την προσπάθεια, κυρίαρχο ρόλο θα έχουν και οι πολίτες, με την απαιτούμενη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται και χρησιμοποιούν τον πολύτιμο αυτό φυσικό πόρο».

 

 

 

 

 

 
 

About the author

More posts by