Στον Κορυδαλλό οι λιγότεροι παχύσαρκοι μαθητές Δημοτικών αλλά και τα περισσότερα λιπόσαρκα απ’ όλο τον Πειραιά

sxoleia - xristou

Ιδιαιτέρως ανησυχητικά είναι τα αποτελέσματα του προγράμματος προληπτικής ιατρικής , που παργματοποίησε η Περιφέρεια Αττικής σε  30 δημόσια Δημοτικά Σχολεία και Νηπιαγωγεία, στα οποία ήταν εγγεγραμμένοι 3458 μαθητές.

Από την έρευνα προέκυψε ότι το ποσοστό των υπέρβαρων/παχύσαρκων παιδιών αυξανόταν  από 16,9% στην ηλικία των 4-5 ετών σε 28,7% στην ηλικία των 11-12 ετών.   Τα παρατηρούμενα ποσοστά είναι ιδιαίτερα υψηλά, και επιβεβαιώνουν τα αποτελέσματα πρόσφατης συγκριτικής μελέτης που πραγματοποιήθηκε σε 7 ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα παρουσίαζε τα υψηλότερα ποσοστά υπέρβαρων και παχύσαρκων.

Για την εκτίμηση της παχυσαρκίας χρησιμοποιήθηκε ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΒΜΙ), ο οποίος είναι ένας ευρέως χρησιμοποιούμενος δείκτης μέτρησης της αρμονικής ανάπτυξης του βάρους του παιδιού σε σχέση με το ύψος του και την ηλικία του. Με βάση την τιμή του δείκτη αυτού και την θέση που καταλαμβάνει στις πρότυπες καμπύλες αύξησης, το κάθε παιδί κατατάσσεται  σε μία από 4 κατηγορίες: λιπόσαρκο, φυσιολογικό, υπέρβαρο και παχύσαρκο.

Σε δηλώσεις του ο Αντιπεριφερειάρχης Πειραιά Στέφανος Χρήστου ανέφερε:

 

«Θέλω να δώσω δημόσια συγχαρητήρια σε όλο το προσωπικό της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας & Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφερειακής Ενότητας Πειραιά και ιδιαίτερα στην Οδοντίατρο κ. Γάτου  για την προσπάθειά τους που υπερβαίνει τα συνήθη καθήκοντα του Δημόσιου Υπαλλήλου. Για δύο χρόνια εργάζονται  μεθοδικά και αθόρυβα για την επιτυχία και διεύρυνση του  Προγράμματος Προαγωγής Υγείας ούτως ώστε να συμπεριληφθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι  μικροί μαθητές των Νηπιαγωγείων και Δημοτικών  Σχολείων  της περιοχής μας.

Μοναδικός στόχος μας είναι να προστατεύσουμε την  υγεία των παιδιών μας,  μέσα από την πρόληψη και ενεργοποίηση των γονέων. Ιδιαίτερα μάλιστα στην παρούσα χρονική συγκυρία, που χαρακτηρίζεται από απορρύθμιση του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, τέτοιου είδους προγράμματα αποτελούν ίσως την μόνη εναλλακτική οδό για ε μεγάλη μερίδα του παιδικού πληθυσμού που δεν μπορεί να επισκεφτεί το διατροφολόγο για την πρόληψη της παχυσαρκίας.
Δείκτης μάζας σώματος – Κατηγορίες βάρους

 

Ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΒΜΙ) είναι ένας ευρέως χρησιμοποιούμενος δείκτης για την εκτίμηση της αρμονικής ανάπτυξης του βάρους του παιδιού σε σχέση με το ύψος του και την ηλικία του. Με βάση την τιμή του δείκτη αυτού και την θέση που καταλαμβάνει στις πρότυπες καμπύλες αύξησης, το κάθε παιδί κατατάσσεται  σε μία από 4 κατηγορίες: λιπόσαρκο, φυσιολογικό, υπέρβαρο και παχύσαρκο. Για τις ανάγκες του παρόντος προγράμματος, η κατάταξη των παιδιών  και η αντίστοιχη ενημέρωση των γονέων έγινε με βάση τις Σωματομετρικές Καμπύλες Αύξησης του ελληνικού πληθυσμού, του Υπουργείου Υγείας, οι οποίες περιλαμβάνονται στο Βιβλιάριο Υγείας του Παιδιού.

Στα Διαγράμματα 17, 18 , 19, 20 και 21 παρουσιάζεται η κατανομή των εξεταζομένων σε κατηγορίες βάρους, κατά φύλο, ηλικία, εθνικότητα, μορφωτικό επίπεδο μητέρας και περιοχή κατοικίας αντίστοιχα. Στο σύνολο των μαθητών, ποσοστό 28% υπερέβαιναν το φυσιολογικό βάρος (19,4% υπέρβαρα και 8,6% παχύσαρκα). Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση του βάρους με όλες τις παραπάνω αναφερόμενες παραμέτρους. Συγκεκριμένα, το ποσοστό των υπέρβαρων/παχύσαρκων αυξάνονταν με την ηλικία, από 16,9% στην ηλικία των 4-5 ετών σε 28,7% στην ηλικία των 11-12 ετών (δοκιμασία συσχετίσεως Spearman, rS=0,058, p<0,01).  Τα παρατηρούμενα ποσοστά είναι ιδιαίτερα υψηλά, και επιβεβαιώνουν τα αποτελέσματα πρόσφατης συγκριτικής μελέτης που πραγματοποιήθηκε σε 7 ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα παρουσίαζε τα υψηλότερα ποσοστά υπέρβαρων και παχύσαρκων (Brug και συν., 2012).  Τα αγόρια εμφάνιζαν διπλάσιο κίνδυνο να είναι υπέρβαρα/παχύσαρκα σε σύγκριση με τα κορίτσια (36,8% έναντι 18,4% αντίστοιχα, δοκιμασία x2, p<0.001) και οι Έλληνες μεγαλύτερο κίνδυνο σε σύγκριση με τους αλλοδαπούς (28,8% έναντι 23,9% αντίστοιχα, δοκιμασία x2, p<0,05). Παρόμοια συσχέτιση παρατηρήθηκε και στην παραπάνω αναφερόμενη μελέτη.  Ενδιαφέρον είναι ότι στην μελέτη αυτή η Ελλάδα διαφοροποιούνταν από τις υπόλοιπες χώρες – στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα αλλοδαπά παιδιά είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι παχύσαρκα σε σχέση με τα ντόπια. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την άποψη ότι τα Ελληνόπουλα είναι από τα πλέον παχύσαρκα παιδιά στον κόσμο.

Διαπιστώθηκε επίσης στατιστικά σημαντική συσχέτιση του βάρους του παιδιού με το μορφωτικό επίπεδο της μητέρας. Τα λιπόσαρκα παιδιά εμφάνιζαν μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν μητέρες με  ανώτερο μορφωτικό επίπεδο και τα παχύσαρκα είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν μητέρες με  κατώτερο μορφωτικό επίπεδο (δοκιμασία x2, p<0.001).

Τέλος, σε ότι αφορά την διαφοροποίηση κατά περιοχές, τα ποσοστά των υπέρβαρων/παχύσαρκων φαίνεται να είναι υψηλότερα στις περιοχές Κερατσίνιου, Περάματος και Πειραιά (30-31%), και χαμηλότερα στον Κορυδαλλό (22,5%). Τα υψηλότερα ποσοστά παιδιών με φυσιολογικό βάρος παρουσιάστηκαν στο Ν.Φάληρο και τον Αγ.Ι.Ρέντη (περίπου 72%)

diagramata katanomi barous

Συσχέτιση  τερηδόνας  – βάρους σώματος

Στο Διάγραμμα 22 παρουσιάζεται η μέση τιμή του δείκτη τερηδόνας νεογιλής οδοντοφυΐας (dmft) στις τέσσερεις κατηγορίες βάρους. Παρατηρείται σημαντική αρνητική συσχέτιση μεταξύ των δύο μεταβλητών – όσο αυξάνει η θέση κατάταξης από το λιπόσαρκο προς το παχύσαρκο, τόσο ελαττώνεται ο δείκτης τερηδόνας στην νεογιλή οδοντοφυΐα (δοκιμασία συσχετίσεως Spearman, rS=-0,044, p<0,05). Στο Διάγραμμα 23 παρουσιάζεται αντίστοιχα η μέση τιμή του δείκτη τερηδόνας μόνιμης οδοντοφυΐας  (DMFT) στις τέσσερεις κατηγορίες βάρους.  Παρατηρείται η ίδια τάση όπως και στην νεογιλή οδοντοφυΐα, ωστόσο η συσχέτιση δεν είναι στατιστικά σημαντική.

Τα παραπάνω συμφωνούν με τα αποτελέσματα πρόσφατων ερευνών, που δείχνουν ότι τα λιπόσαρκα παιδιά, παρά το γεγονός ότι καταναλώνουν μικρότερες ποσότητες φαγητού, παρουσιάζουν υψηλότερους δείκτες τερηδόνας σε σύγκριση με τα φυσιολογικού βάρους, ενώ τα υπέρβαρα παιδιά, παρά το γεγονός ότι καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες φαγητού,  παρουσιάζουν χαμηλότερους δείκτες τερηδόνας (Koksal και συν., 2011; Macek και συν., 2006).

Μια πιθανή ερμηνεία, είναι ότι τα λιπόσαρκα παιδιά, πιέζονται συνεχώς από τους γονείς να καταναλώνουν τρόφιμα πλούσια σε υδατάνθρακες (γλυκά κ.λ.π.), και έχουν την συνήθεια να τρώνε με μικρές μπουκιές, τις οποίες κρατούν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο στόμα, συνήθεια η οποία ευνοεί ιδιαίτερα την ανάπτυξη της τερηδόνας.

diagramata dontia - baros

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Από τα παραπάνω αναφερόμενα μπορούν να διατυπωθούν κάποια χρήσιμα συμπεράσματα, και να διαμορφωθούν προτάσεις για μελλοντική δράση.

 1.Η αποδοχή του Προγράμματος Προαγωγής της Υγείας αυξάνει χρόνο με το χρόνο, όπως φαίνεται από το συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό συμμετοχής των μαθητών σε αυτό. Σε κάποιες περιοχές όπου παρατηρούνται σταθερά χαμηλότερα επίπεδα συμμετοχής  θα πρέπει να επιχειρηθεί κατάλληλη προσέγγιση και ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών, ώστε να ενθαρρύνουν τα παιδιά και τους γονείς να συμμετέχουν στο πρόγραμμα.

  1. Το επίπεδο στοματικής υγιεινής των μαθητών δεν είναι ικανοποιητικό. Οι οδοντίατροι συστήνουν στα παιδιά βούρτσισμα των δοντιών με φθοριούχο οδοντόκρεμα τουλάχιστον δύο φορές την ημέρα, για την πρόληψη της τερηδόνας και της ουλίτιδας. Από τα παιδιά που εξετάστηκαν, μόνο 28% δήλωσαν ότι συμμορφώνονται με την παραπάνω σύσταση, και μάλιστα 37% βούρτσιζαν τα δόντια τους σποραδικά ή και καθόλου. Αντίστοιχα, το 32% των μαθητών είχε μέτρια στοματική υγιεινή και το 16% κακή στοματική υγιεινή (δηλαδή είχε μεγάλη ποσότητα οδοντικής πλάκας στα δόντια). Τα κορίτσια φάνηκαν να είναι πιο επιμελή από τα αγόρια στον καθαρισμό των δοντιών τους. Επομένως, φαίνεται ότι τα παιδιά της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης – στην ηλικία που αποκτούν τα μόνιμά τους δόντια, και παράλληλα αναπτύσσουν και τη συναίσθηση των ατομικών τους υποχρεώσεων – έχουν μεγάλη ανάγκη από συνεχή συμβουλευτική παρέμβαση, από γονείς, εκπαιδευτικούς και επαγγελματίες υγείας, ώστε να αποκτήσουν σωστά πρότυπα και να βελτιώσουν της συνήθειες στοματικής υγιεινής.
  2. Το ποσοστό των παιδιών που ταλαιπωρούνται από τερηδόνα είναι υψηλό. Σε ότι αφορά τα νεογιλά δόντια, στην ηλικία των 5-5,9 ετών (νήπια), 27% των παιδιών εμφανίζουν τερηδόνα, με μέσο δείκτη τερηδόνας dmft 1,3. Στην ηλικία των 8-8,9 ετών (Γ’τάξη), 52% (ένα στα δύο) των παιδιών εμφανίζουν τερηδόνα, και ο δείκτης dmft είναι 2,0. Σε ότι αφορά τα μόνιμα δόντια, ήδη στην ηλικία των 11-11,9 ετών (ΣΤ τάξη), το 40% των παιδιών εμφανίζει τερηδόνα και αντιστοιχεί κατά μέσο όρο ένα τερηδονισμένο δόντι ανά παιδί (δείκτης DMFT = 1,0). Χρησιμοποιώντας μια μεταφορά, μπορούμε να πούμε ότι σχεδόν τα μισά παιδιά τελειώνουν το δημοτικό με μια «βαριά υποθήκη για το μέλλον, η οποία μάλιστα δεν διαγράφεται»,  μιας και η τερηδόνα είναι μη αναστρέψιμη νόσος. Η συχνότητα εμφάνισης της τερηδόνας, τόσο στην νεογιλή, όσο και στην μόνιμη οδοντοφυΐα, εμφανίζεται χαμηλότερη σε σχέση με αυτήν που παρατηρήθηκε την περίοδο 2006-2007. Ωστόσο, η οδοντική τερηδόνα εξακολουθεί να κατέχει τις πρώτες θέσεις μεταξύ των αιτιών παιδικής νοσηρότητας  – είναι πέντε φορές συχνότερη από το άσθμα (US DHHS, 2000) – και να επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής των παιδιών και των οικογενειών τους.
  3. Το επίπεδο των θεραπευτικών αναγκών τερηδόνας παρουσιάζεται ιδιαίτερα υψηλό.  Συγκεκριμένα, το 70% των νεογιλών δοντιών και το 65% των μονίμων δοντιών που εμφανίζουν τερηδόνα παραμένουν χωρίς θεραπεία, και μόνο το 30% και 35% αντίστοιχα έχουν σφραγιστεί (θεραπευτεί). Παρόμοια ποσοστά εμφανίζονται σε χώρες του τρίτου κόσμου, καθώς και σε γεωγραφικά αποκλεισμένους πληθυσμούς, όπου δεν υπάρχουν προσβάσιμες οδοντιατρικές υπηρεσίες. Τα αποτελέσματα αυτά δεν προκαλούν έκπληξη, δεδομένου ότι στην χώρα μας η οδοντιατρική περίθαλψη, βασίζεται στις ιδιωτικές δαπάνες, ενώ η συνεισφορά του δημοσίου είναι μηδαμινή. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος της οδοντιατρικής θεραπείας, ευθύνεται  για την χαμηλή χρήση των οδοντιατρικών υπηρεσιών που παρατηρήθηκε.  Να σημειωθεί ακόμα ότι, μετά την δημιουργία του ενιαίου φορέα παροχής υπηρεσιών υγείας (ΕΟΠΥΥ), η δημόσια οδοντιατρική περίθαλψη ουσιαστικά έχει καταργηθεί. Συνεπώς, αν δεν αναδιοργανωθεί το σύστημα οδοντιατρικής περίθαλψης στην χώρα μας, το μέλλον για την ικανοποίηση των θεραπευτικών αναγκών τερηδόνας των παιδιών προβλέπεται ακόμα πιο δυσοίωνο.
  4. Το ποσοστό εμφάνισης ορθοδοντικών προβλημάτων στο σύνολο των μαθητών ήταν 40% και το ποσοστό κάλυψης των αναγκών θεραπείας ήταν εξαιρετικά χαμηλό – μόλις 2% των παιδιών έκαναν ορθοδοντική θεραπεία. Μάλιστα, το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από αυτό το οποίο είχε παρατηρηθεί παλαιότερα (περίπου 4% το σχολικό έτος 2006-2007). Η παρατηρούμενη διαφορά μπορεί να αποδοθεί στην οικονομική κρίση την οποία διανύει η ελληνική οικογένεια, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος της ορθοδοντικής θεραπείας.
  5. Η εκτίμηση του βάρους των παιδιών  έδειξε ότι τα ποσοστά των υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών ήταν υψηλά. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι τα παιδιά της χώρας μας εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας στην Ευρώπη. Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι τα ποσοστά παχυσαρκίας αυξάνουν προοδευτικά από την ηλικία των 4 έως 12 ετών. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η παχυσαρκία στην παιδική ηλικία αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα για την παχυσαρκία στην ενήλικη ζωή. Αυτό σημαίνει ότι η σχολική ηλικία αποτελεί μια κρίσιμη και κατάλληλη περίοδο για παρεμβάσεις με σκοπό την πρωτογενή και δευτερογενή πρόληψη της παχυσαρκίας. Η διατροφική αγωγή στα σχολεία, η ενημέρωση των γονέων για την ποιοτική βελτίωση των σχολικών γευμάτων και ο έλεγχος των προσφερόμενων ειδών στα σχολικά κυλικεία, είναι μερικές από τις στρατηγικές που θα μπορούσαν να συμβάλλουν προς τον σκοπό αυτό.
  6. Το εθνικό υπόβαθρο της οικογένειας επηρεάζει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης τερηδόνας και παχυσαρκίας στα παιδιά, αλλά και το ποσοστό κάλυψης των θεραπευτικών τους αναγκών. Τα αλλοδαπά παιδιά έχουν υπερδιπλάσια πιθανότητα εμφάνισης τερηδόνας και  υπερδιπλάσιους δείκτες τερηδόνας σε σύγκριση με τα Ελληνόπουλα, τόσο στην νεογιλή όσο και στην μόνιμη οδοντοφυΐα. Ενδεικτικά, στην ηλικία των 5-5,9 ετών (νήπια), το 53,1% των αλλοδαπών έναντι του 22,8% των Ελλήνων εμφανίζουν τερηδόνα στα νεογιλά δόντια, ενώ οι δείκτες dmft είναι 3,3 και 0,9 αντίστοιχα.  Στην ηλικία των 11-11,9 ετών (ΣΤ τάξη), το 66% των αλλοδαπών έναντι 34,6% των Ελλήνων εμφανίζουν τερηδόνα στα μόνιμα δόντια, και οι δείκτες DMFT είναι 1,8 και 0,8 αντίστοιχα.

Οι αλλοδαποί φαίνεται να παραμελούν περισσότερο την θεραπεία της τερηδόνας σε σύγκριση με τους Έλληνες. Συγκεκριμένα, τα ποσοστά αθεράπευτης τερηδόνας στους αλλοδαπούς μαθητές ήταν 76-77%, ενώ στους Έλληνες ήταν 61-70%. Η παραμέληση αυτή έχει ως αποτέλεσμα, την συχνότερη εμφάνιση προχωρημένων τερηδονικών βλαβών στους αλλοδαπούς και την συχνότερη αναζήτηση επείγουσας θεραπείας. Πράγματι, οι αλλοδαποί εμφάνιζαν αποστήματα 2,5 φορές συχνότερα από τους Έλληνες (3,6% έναντι 1,6%). Επίσης, φάνηκε ότι αναζητούν συχνότερα θεραπεία για τα νεογιλά δόντια, απ’ ότι για τα μόνιμα δόντια, παρά το γεγονός ότι επικρατεί γενικά η άποψη ότι «τα νεογιλά δόντια δεν χρειάζονται θεραπεία, αφού θα αντικατασταθούν».

Τα ποσοστά κάλυψης των ορθοδοντικών αναγκών είναι παρόμοια στις δύο ομάδες εθνικότητας (2,2% των Ελλήνων και 2,0% των αλλοδαπών έκαναν ορθοδοντική θεραπεία). Όπως προαναφέρθηκε, την περίοδο 2006-2007 το ποσοστό στους Έλληνες ήταν σημαντικά μεγαλύτερο (3,9%). Αυτό δείχνει ότι οι Ελληνικές οικογένειες, έχασαν σταδιακά την δυνατότητα να ανταπεξέλθουν στο υψηλό κόστος της θεραπείας αυτής.

Σε ό,τι αφορά την κατανομή κατά βάρος, φαίνεται ότι τα παιδιά από αλλοδαπές οικογένειες βρίσκονται σε μικρότερο κίνδυνο παχυσαρκίας σε σχέση με τους Έλληνες. Πρόσφατη συγκριτική μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε 7 ευρωπαϊκές χώρες, έδειξε τα ίδια αποτελέσματα για την Ελλάδα, ενώ στις υπόλοιπες έξι χώρες, η τάση ήταν  αντίστροφη – τα αλλοδαπά παιδιά εμφάνιζαν υψηλότερο κίνδυνο παχυσαρκίας από τα ντόπια. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την άποψη ότι τα Ελληνόπουλα είναι από τα πιο παχύσαρκα παιδιά στον κόσμο.

  1. Το μορφωτικό επίπεδο της μητέρας συσχετίζεται αντίστροφα με τον κίνδυνο εμφάνισης τερηδόνας και το ποσοστό κάλυψης των θεραπευτικών αναγκών, καθώς και με το βάρος των παιδιών. Τα παιδιά με μητέρες κατώτερης μόρφωσης εμφάνιζαν τριπλάσιους δείκτες τερηδόνας και κατά 1/3 μειωμένους δείκτες αναγκών θεραπείας τερηδόνας σε σχέση με αυτά μητέρες ανώτερης μόρφωσης. Σε ό,τι αφορά το βάρος, τα λιπόσαρκα παιδιά εμφάνιζαν μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν μητέρες με  ανώτερο μορφωτικό επίπεδο και τα παχύσαρκα μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν μητέρες με  κατώτερο μορφωτικό επίπεδο.
  2. Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της παρούσας έκθεσης αξιολόγησης είναι τα αποτελέσματα της διερεύνησης της συσχέτισης της τερηδόνας στα παιδιά με το σωματικό βάρος. Το θέμα παρουσιάζει επιστημονικό ενδιαφέρον και μελετάται σε αρκετές χώρες, ωστόσο στην Ελλάδα δεν υπήρχαν αντίστοιχα στοιχεία. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι τα παιδιά με βάρος χαμηλότερο από το φυσιολογικό διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν τερηδόνα σε σχέση με τα υπέρβαρα παιδιά. Παρόμοια αποτελέσματα εμφανίζονται και σε άλλες χώρες. Για τον λόγο αυτό, θεωρούμε σκόπιμο να περιλαμβάνεται πάντα η μέτρηση βάρους στα προληπτικά οδοντιατρικά προγράμματα που εφαρμόζονται στην κοινότητα, ώστε να εντοπίζονται καλύτερα τα παιδιά με υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης τερηδόνας.
  3. Τέλος, σε κάποιους από τους μετρούμενους δείκτες υγείας παρατηρήθηκε ετερογένεια μεταξύ των διαφόρων περιοχών του Πειραιά. Για παράδειγμα, τα παιδιά στην περιοχή του Ν.Φαλήρου – η οποία εμφάνιζε το χαμηλότερο ποσοστό αλλοδαπών μαθητών – παρουσίασαν ταυτόχρονα τα καλύτερα επίπεδα στοματικής υγιεινής, τα χαμηλότερα επίπεδα τερηδόνας, το μεγαλύτερο ποσοστό κάλυψης των αναγκών θεραπείας τερηδόνας και των ορθοδοντικών αναγκών, και τα υψηλότερα ποσοστά παιδιών με φυσιολογικό βάρος. Στην περιοχή αυτή παρουσιάστηκαν επίσης οι μεγαλύτερες ανισότητες μεταξύ Ελλήνων και αλλοδαπών στην συχνότητα εμφάνισης τερηδόνας στα μόνιμα δόντια, και στο ποσοστό κάλυψης των αναγκών θεραπείας τερηδόνας. Από την άλλη πλευρά, η περιοχή του Περάματος εμφάνισε τα χαμηλότερα ποσοστά παιδιών φυσιολογικού βάρους και τα υψηλότερα ποσοστά παχύσαρκων και λιπόσαρκων.

Ωστόσο, για την ερμηνεία της παρατηρούμενης ετερογένειας απαιτείται η μελέτη της αλληλεπίδρασης πλήθους παραγόντων – οικονομικών, κοινωνικών, πολιτισμικών, οργάνωσης υπηρεσιών υγείας κ.λ.π. – η οποία, αν και ξεφεύγει από τον σκοπό της παρούσας έκθεσης αξιολόγησης, δεν παύει να αποτελεί μια πρόκληση, αλλά και αναγκαιότητα, για όσους ασχολούνται με τον σχεδιασμό των υπηρεσιών υγείας σε τοπικό επίπεδο.

 
 

About the author

More posts by