Ο πολιτισμός της χούντας: το πιο επικίνδυνο δηλητήριο.

a23

Στις 5 Μαΐου 1967 δημοσιεύθηκε σε όσες εφημερίδες δεν είχε κλείσει η χούντα  ή δεν είχαν αναστείλει την έκδοσή τους, ένα «αποφασίσαμεν και διατάσσομεν» του Α/ΓΕΣ Οδυσσέα Αγγελή με το οποίο διαλύονταν 279 μαζικές οργανώσεις και δημεύονταν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Το 57% από αυτές ήταν εργατικά σωματεία και ομοσπονδίες ενώ 73 ήταν νεολαιίστικες, πέρα βεβαίως από την Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη που ήταν στο στόχαστρο όλων και του «επίσημου» πολιτικού σκηνικού πριν την δικτατορία. Οι νεολαιίστικες οργανώσεις δεν ήταν μόνο φοιτητικές, ή πολιτικές. Ήταν και συνδικαλιστικές, αλλά και μικρά αθλητικά σωματεία και εξωραϊστικοί σύλλογοι. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των τελευταίων ήταν ότι ήταν οι μοναδικές οργανώσεις στον γεωγραφικό τους χώρο, π.χ. ένας αθλητικός σύλλογος γειτονιάς. Ήταν φυσικό τέτοιοι σύλλογοι να αποτελούν και πόλο συσπείρωσης, ένα μέρος τέλος πάντων που μαζεύονταν η νεολαία τους γειτονιάς. Η κίνηση των χουντικών ήταν καλά μελετημένη.

Στις 9 Μαΐου οι χουντικοί «υπουργοί» Εσωτερικών, Στυλιανός Παττακός και Δημόσιας Τάξης Παύλος Τοτόμης απαγορεύουν την είσοδο στην Ελλάδα, παντός «ρυπαρού και ρακένδυτου ή φέροντος γενειάδα ή μακράν κόμη τουρίστα». Απαγορεύεται η είσοδος τους «γιεγιέδες» δηλαδή.  Εν παρενθέσει να αναφέρουμε ότι το παρατσούκλι «γεγιές» έλκει την γέννησή του από την επανάληψη της λέξεως που αμερικανιστί σημαίνει κατάφαση (yeah!!!) στο, υπό των περίφημων «Σκαθαριών» (Beatles) εκτελεσθέν άσμα, She loves you/yeah/yeah/yeah!

Με την ίδια απόφαση επίσης απαγορεύεται η είσοδος στις τουρίστριες με μίνι φούστα, αν και αργότερα διευκρινίστηκε ότι το μέτρο περιοριζόταν στις μαθήτριες.

Στις 16,17 και 18 Ιουνίου 1967 στην Καλιφόρνια πραγματοποιήθηκε ένα σημαντικό γεγονός που σημάδεψε αυτό που αποκαλείται σχηματικά «νεανική κουλτούρα». Ήταν το Monterey Pop Festival, η κυριότερη εκδήλωση του περίφημου Καλοκαιριού τους Αγάπης. Θα εμφανιστούν για πρώτη φορά ονόματα όπως ο Jimi Hendrix και οι Who, ενώ θα είναι η πρώτη «φεστιβαλική» σκηνική παρουσία της Janis Joplin και του Οttis Redding.

H χούντα δεν επιτρέπει να μεταδοθεί τίποτα στην Ελλάδα, καθώς από τέτοιες ειδήσεις υπήρχε κίνδυνος να «διαφθαρεί» η νεολαία. Ωστόσο κάποια πράγματα έφθασαν ως εδώ, τραγούδια για την ποίηση και την ειρήνη, τραγούδια για τον έρωτα, και δημιούργησαν μια ορισμένη διάθεση, πολύ γενική και αόριστη στην αρχή, που αργότερα θα μετατρεπόταν σε δυναμίτη.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι εν όψει της πρώτης προβολής της ταινίας «Γούντστοκ» στον κινηματογράφο «Παλλάς» στην οδό Βουκουρεστίου στις 29 Νοεμβρίου 1970 δημιουργήθηκε πανδαιμόνιο στην πλατεία Συντάγματος καθώς 3000 νεαροί προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν το πολυπόθητο εισιτήριο, ενώ στην διάρκεια της προβολής εξελίχθηκαν σκηνές «υστερίας». Ακολούθησε επέμβαση της αστυνομίας με 13 συλλήψεις.

Εν τω μεταξύ με το υπ’ αριθμ’ 13 διάταγμα του στρατού, την 1η Ιουνίου 1967 απαγορεύθηκε «η αναπαραγωγή και εκτέλεση της μουσικής του συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη (…) δεδομένου ότι η μουσική αυτή βρίσκεται εις την υπηρεσίαν του Κομμουνισμού».

Στις 20 Ιουνίου 1967 με συντακτική πράξη ετέθησαν σε διαθεσιμότητα δεκάδες καθηγητές και υφηγητές Ανώτατων Σχολών με το αιτιολογικό ότι «δεν εμφορούνται ούτοι από το αρμόζον με το κοινωνικό καθεστώς πνεύμα και τα εθνικά ιδεώδη», ενώ αργότερα θα απολυθούν δάσκαλοι και καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης ως «αναρχικοί».

Στις 12 Ιουλίου 1967 η χούντα αφαιρεί την ελληνική ιθαγένεια από την Μελίνα Μερκούρη και άλλους επτά έλληνες της διασποράς για την αντιδικτατορική τους δράση, ενώ στις 20 του ιδίου μηνός ο αναγεννώμενος από την στάχτη του φοίνικας -το περιβόητο «πουλί» της χούντας καθιερώνεται ως έμβλημα του καθεστώτος καθώς κυκλοφόρησε ως γραμματόσημο η μακέτα του οποίου είχε «φιλοτεχνηθεί» από τον διορισμένο δήμαρχο Πειραιώς, Αρ. Σκυλίτση.

Στις 21 Αυγούστου 1967 συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ο Μίκης Θεοδωράκης.

Την 1η Οκτωβρίου 1967 ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών χαρακτηρίζει το BBC «φωλέα κομμουνιστικής προπαγάνδας απ’ όπου εκτοξεύονται ασύστολα ψεύδη».

Ούτε οι Απόκριες ξέφυγαν από την δικτατορία, καθώς με διάταγμα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών της 6ης Φεβρουαρίου 1968 απαγορεύθηκαν «τα άσεμνα και αηδή θεάματα, αι θίγουσαι τα δημόσια ήθη εκφράσεις και παραστάσεις, οι βαμμένοι με φούμο «αράπηδες» και η χρήση προσωπίδων στους δημόσιους χώρους».

Στις 16 Φεβρουαρίου του ιδίου έτους ο παγκοσμίου (sic) φήμης πελεκάνος «Ιάσων», μασκότ της Ρόδου και «πρεσβευτής» του ελληνικού τουρισμού φθάνει αεροπορικώς στην Ρώμη, εφοδιασμένος με διαβατήριο του ΕΟΤ και ασφαλισμένος για 100.000 λίρες, στο πλαίσιο περιοδείας του σε πέντε ευρωπαϊκές πόλεις.

Το ημερολόγιο έδειχνε 29 Μαρτίου 1968 όταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος «ρίχνει» για πρώτη φορά σε ομιλία του στην Θεσσαλονίκη, το σύνθημα που έμελλε να γίνει «λάϊτ-μοτίβ» της χούντας το «Ελλάς-Ελλήνων-Χριστιανών» και το οποίο στη συνέχεια ανέλαβε να υλοποιήσει ο «υπουργός» Παιδείας Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου διατάζοντας τους μεν μακρυμάλληδες μαθητές να κουρεύονται με την «ψιλή» τις δε μαθήτριες να δένουν τα μαλλιά τους μόνο με κορδέλα λευκή, μαύρη ή θαλασσιά.

Από την μανία της χούντας δεν κατάφερε να ξεφύγει ούτε ο Γιώργος Θαλάσσης, ο τόσο αγαπητός σε γενιές ολόκληρες παιδιών «Μικρός Ήρως» που τόσες φορές τα είχε βάλει και είχε νικήσει τους φασίστες.

Η χούντα έχει βάλει την νεολαία στο στόχαστρο από πολύ νωρίς. Γι’ αυτό επαναλαμβάνουμε δεν ήταν μια παρέα τρελών. Ξεκίνησαν με την καταστολή και σε πρώτη φάση το ξεκαθάρισμα των μακρυμάλληδων. Επικεφαλής της εκστρατείας ετέθη ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, Ιωάννης Λαδάς.

«Όταν τους συλλάμβανα και τους εκούρευα, δεν το έκανα για να τους κόψω τα μαλλιά, αλλά δια να τους κόψω την νοοτροπία που ήταν καταστρεπτική και για τους τους ιδίους και για την πατρίδα». (Από λόγο του προς την νεολαία τον Ιανουάριο του 1969).

Το 1969, επίσης, εισήχθη το Νομοθετικό Διάταγμα 93 «Περί των δικαιωμάτων και των καθηκόντων των φοιτητών των ΑΕΙ». Οριζόταν ότι όλοι οι φοιτητές που θα καταδικάζονταν για πολιτικούς λόγους θα διαγράφονταν από το πανεπιστήμιο και θα αποκλείονταν δια βίου από την εκπαίδευση. Αργότερα, όταν αρχίζουν οι αγώνες του νεολαιίστικου και φοιτητικού κινήματος οι διαδικασίες «απλουστεύτηκαν» και άρχισαν οι βίαιες επιστρατεύσεις φοιτητών. Η άγρια καταστολή που ακολούθησε αποσκοπούσε στο να μεταφέρει τον τρόμο σε κάθε σπίτι και να κάνει τους γονείς να στραφούν εναντίον των παιδιών τους.

Το επόμενο βήμα των χουντικών ήταν η απόπειρα να δημιουργήσουν οργάνωση νεολαίας. Ήταν οι περιβόητοι «Άλκιμοι», μια ιδέα των Λαδά και  Ασλανίδη, με τον Παπαδόπουλο όμως να ταλαντεύεται λέγοντας «μην μας πουν και φασίστες»!!!.

Τελικά, κάποια στιγμή το 1970, 20 χιλιάδες άλκιμοι ορκίστηκαν στο γήπεδο της ΑΕΚ στην Νέα Φιλαδέλφεια. Οι περισσότεροι ήταν άνεργοι νέοι που πίστεψαν τις υποσχέσεις τους χούντας ότι «θα σας  βρούμε δουλειά». Αυτές οι υποσχέσεις δεν υλοποιήθηκαν και απέμειναν μόνο οι «διαλέξεις» για την «Εθνοσωτήριο Επανάσταση». Οι Άλκιμοι διαλύθηκαν.

Εκτός λοιπόν από την καταστολή και πριν την απόπειρα οργάνωσης νεολαίας, η χούντα «φρόντισε» ώστε οι έλληνες και ιδιαιτέρως η νεολαία να διαβάζει «σωστά» βιβλία. Είναι γνωστό ότι οι «αναρχικοί» και ιδιαιτέρως ο εκ των επικεφαλής αυτών, Γαλιλαίος, υποστήριζαν ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο, πράγμα που κατά τον Ιωάννη Λαδά δεν συνέβαινε! Ως εκ τούτου εκρίθη περιττή η διδασκαλία του Γαλιλαίου και του συνοδοιπόρου του Μοντεσκιέ. Επίσης απεφασίσθη ότι μεγάλη συμβολή στην διαφθορά του ελληνικού λαού είχαν 1046 έργα των κάτωθι: Ευριπίδη, Σοφοκλή, Αισχύλου, Αριστοτέλη, Αριστοφάνη, Ζαν Πωλ Σαρτρ, Τόμας Μαν, Έλιοτ, Αμπέρ Καμύ, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Κώστα Βάρναλη, Γιάννη Ρίτσου, Σολόχωφ, Ηλία Ερεμπουργκ, Χόρχε Αμάντο, Τζώρτζ Φίνλεϊ, Διονυσίου Σολωμού, ειδικά το έργο του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» και Κωστή Παλαμά. Παραπέμπεται στο στρατοδικείο όποιος ακούει μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και απαγορεύονται οι ταινίες όπου πρωταγωνιστεί η Μελίνα Μερκούρη και η Ειρήνη Παπά.

Από το 1970 και μετά επετράπησαν που και που θεατρικές παραστάσεις με έργα αρχαίων κλασσικών, αφού προηγουμένως τα κείμενα του 5ου π. Χριστού αιώνα τα «έβλεπε» η στρατιωτική λογοκρισία.

Στις 8 Μαρτίου 1970 χουντικό δικαστήριο διέταξε την «πολτοποίηση» 600 από τα 1000 συνολικά αντίτυπα του βιβλίου του Χένρι Μίλλερ, «Τροπικός του Αιγόκερω». Όπως είπε ο εισαγγελέας, «ο Μίλερ μπορεί να είναι μεγάλος συγγραφέας για πέρα από τον Ατλαντικό, εδώ όμως υπάρχει ο αιώνιος βράχος που φωτίζει τον δυτικό πολιτισμό».

Από τις πρώτες μέρες η δικτατορία είχε συλλάβει και εξορίσει τους Γιάννη Ρίτσο, Γιάννη Ιμβριώτη, Τάσο Βουρνά, Κώστα Κουλουφάκο, Γιάννη Νεγρεπόντη, Αντρέα Λεντάκη, Μανόλη Φουρτούνη, Γιάννη Αγγέλου, Βασίλη Ρώτα, κάποιοι μέσα στην σύγχυση των πρώτων ημερών, φεύγουν στο εξωτερικό, Νικηφόρος Βρεττάκος, Μάριος Πλωρίτης, Δημήτρης Ραυτόπουλος, Κώστας Κοτζιάς, Τίτος Πατρίκιος, Μ.Μ. Παπαϊωάννου, Άρης Αλεξάνδρου, Καίτη Δρόσου, Αριστοτέλης Νικολαϊδης, Ιάσων Δεπούντης, Ζήσης Σκάρος, Τατιάνα Μιλλιέξ, Μίμης Δεσποτίδης, ενώ οι Βασίλης Βασιλικός και Αντώνης Μοσχοβάκης που ήταν στο εξωτερικό δεν επέστρεψαν. Ένα μεγάλο τμήμα της διανόησης που θα μπορούσε να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην αντιδικτατορική πάλη είχε φυλακιστεί, εξοριστεί ή ήταν έξω από την Ελλάδα. Όσοι διανοούμενοι έμειναν μέσα στη χώρα – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που πρόσφεραν υπηρεσίες στην δικτατορία – κράτησαν αρχικά μια στάση που ο ξένος Τύπος χαρακτήρισε «Σιωπή». Χωρίς καμιά προ-συνεννόηση σταμάτησαν να συνεργάζονται με τα λογοκριμένα περιοδικά που κυκλοφορούσαν και δεν κυκλοφορούσαν νέα βιβλία τους.

Στις 28 Μαρτίου 1969 ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης προέβη στην μοναδική «ανοιχτή» πολιτική πράξη της ζωής του καθώς από τους ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς μετεδόθη ένα ηχογραφημένο από τον ίδιο μήνυμα: «Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη στο τέλος».

Η Χούντα τον χαρακτήρισε όργανο του διεθνούς κομμουνισμού.

Η κηδεία του στις 20 Σεπτεμβρίου 1971 μετετράπη σε αντιδικτατορική διαδήλωση καθώς χιλιάδες Αθηναίοι την ακολούθησαν τραγουδώντας την «Άρνηση» (Στο περιγιάλι το κρυφό) μελοποιημένη από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Το μήνυμα του Σεφέρη δεν το δημοσίευσε καμιά ελληνική εφημερίδα, εκτός από το περιοδικό «Νέα Εστία» στο τεύχος 1003 της 15ης Απριλίου 1969.

Ο Παπαδόπουλος είχε υιοθετήσει την Ανθολογία Πεζογραφίας των Ηρακλή και Ρένου Αποστολίδη και υποχρέωνε τις εφημερίδες να την δημοσιεύουν καθημερινά. Η μόνη που αντέδρασε ήταν η «Εστία» που άρχισε να δημοσιεύει δική της ανθολογία με διηγήματα στην καθαρεύουσα. Όλα αυτά μέχρι που δημοσιεύθηκε το διήγημα «ο Α2» του Ρένου Αποστολίδη που θορύβησε τους στρατιωτικούς. Η εφημερίδα κατασχέθηκε και η δημοσίευση της ανθολογίας σταμάτησε πάλι με εντολή του Παπαδόπουλου.

Το μήνυμα Σεφέρη και όλη αυτή η ιστορία με την Ανθολογία ώθησε μια σειρά συγγραφείς να αντιδράσουν υπογράφοντας μια διαμαρτυρία κατά της λογοκρισίας. Από την άλλη όμως φάνηκε, τότε, πόσο λίγοι ήταν αυτοί που ήταν διατεθειμένοι να υπογράψουν μια δήλωση που στρεφόταν ανοιχτά κατά της χούντας. Το κείμενο στάλθηκε στις αθηναϊκές εφημερίδες στις 23 Απριλίου 1969. Δεν το δημοσίευσαν λόγω της λογοκρισίας. Το μετέδωσαν οι ξένοι ανταποκριτές. Συγκεντρώθηκαν 19 υπογραφές, εμφανίστηκε ως δήλωση των 18. Η 19η υπογραφή ήταν του Μανόλη Αναγνωστάκη του μόνου από την Θεσσαλονίκη. Για να μην φανεί ο αριθμός των υπογραφών μικρός,  το κείμενο τροποποιήθηκε, ως αντιπροσωπευτικό των συγγραφέων της Αθήνας.

«Ελεύθερη πνευματική ζωή δεν μπορεί να υπάρξει όσο λειτουργεί λογοκρισία, που νεκρώνει την γόνιμη ανταλλαγή ιδεών και εμποδίζει τον άφοβο διάλογο, όσο απαγορεύονται βιβλία, όσο διώκονται πνευματικοί άνθρωποι για μόνες τις πεποιθήσεις τους» αναφερόταν στην δήλωση μεταξύ άλλων. Υπογραφές: Αβέρωφ Μιχαήλ, Αλέξανδρος Αργυρίου, Θανάσης Βαλτινός, Γιώργος Γεραλής, Ιάσων Δεπούντης, Λιλή Ιακωβίδη, Παντελής Καλλιότσος, Λίνα Κάσδαγλη, Νίκος Κάσδαγλης, Φώντας Κονδύλης, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Μένης Κουμανταρέας, Τάκης Κουφόπουλος, Κωστούλα Μητροπούλου, Ρόδης Ρουφος, Κώστας Ταχτσής, Καίη Τσιτσέλη, Θ. Δ. Φραγκόπουλος.

Η χούντα υποκριτικά ανέστειλε την λογοκρισία λίγους μήνες μετά, υποκριτικά γιατί δεν επανέφερε κανένα άρθρο του Συντάγματος που είχε αναστείλει με την κήρυξή της. Έτσι η ειδησεογραφία των εφημερίδων έμεινε ίδια καθώς οι συντάκτες των εφημερίδων γίνονταν αποκλειστικά υπεύθυνοι και έπρεπε μόνοι τους να εκτιμήσουν τα «όρια» ανοχής του καθεστώτος. Η αυτολογοκρισία είναι χειρότερη από την λογοκρισία. Κάτω από αυτές τις συνθήκες τον Ιούλιο του 1970, ο εκδοτικός οίκος «Κέδρος», που εξέδιδε κυρίως Βάρναλη και Ρίτσο κυκλοφόρησε μια συλλογή από 18 κείμενα. Ήταν 16 αρχικά συν ένα του Σπύρου Πλασκοβίτη που ήταν φυλακή και τις «Γάτες του Αι Νικόλα», του Σεφέρη που ήταν ανέκδοτο στην Ελλάδα ποίημα. Στον πρόλογο της έκδοσης και πάλι γίνονται αναφορές σε μεγάλες ζωτικές περιοχές της πνευματικής ζωής που εξακολουθούν να περιβάλλονται από πλέγματα που καθιστούν ανέφικτη την εξαντλητική περιγραφή και αξιολόγηση τους». Η χούντα αποφάσισε να αγνοήσει την έκδοση, εκτιμώντας την εμβέλειά της ως μικρή.

Το 1972 εκδόθηκαν οι τόμοι «Νέα Κείμενα» και «Νέα Κείμενα 2», και οι κυβερνώντες θορυβήθηκαν ότι μπορεί τέτοιες κινήσεις να καταλήξουν να αποκτήσουν πολιτική διάσταση. Διαλύεται δικαστικά η «Εταιρεία μελέτης ελληνικών προβλημάτων».

Το 1972 το καθεστώς είχε απολύσει τους εξόριστους, πιθανώς εκτιμώντας ότι είχε εδραιώσει την θέση του, γεγονός που του επέτρεπε κάποια ανοίγματα. Η ομάδα των 18 κειμένων είχε ξεκινήσει δημόσιες εκδηλώσεις από τον Νοέμβριο του 1971 για το γλωσσικό πρόβλημα. Το 1973 εξεδόθη το περιοδικό «Συνέχεια» που κυκλοφόρησε την 1η Μάρτη αμέσως μετά την κατάληψη της Νομικής. Το περιοδικό έκλεισε από την χούντα του Ιωαννίδη τον Νοέμβρη του 1973.

Η Νομική ήταν η αρχή. Θα ακολουθήσει το Πολυτεχνείο. Δεν θα ρίξει την χούντα, αλλά θα διαλύσει τον εφησυχασμό. Κανείς πια δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνωρίζει, ότι δεν κατάλαβε…