Σε αποτίμηση των τελευταίων δημοσκοπικών στοιχείων, φωτίζοντας την εικόνα της κυβέρνησης ,τις εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό , τις εξελίξεις σ΄αυτό με φόντο τις αποδόσεις των νυν πολιτικών κομμάτων και τις αναμενόμενες ανακατατάξεις από την ανακοίνωση και επίσημα των κομμάτων Τσίπρα -, προχώρησε ο Ζαχαρίας Ζούπης, πολιτικός αναλυτής και επικεφαλής Ερευνών και Επικοινωνίας της OpinionPoll , φιλοξενούμενος του Δημήτρη Τζιβελέκη στο ραδιοφωνικό στούντιο του Αθήνα 984, στο πλαίσιο της εκπομπής «Ο επισκέπτης της έβδομης μέρας».
Ο κ. Ζούπης , αυτοδιοικητικός επί πολλές τετραετίες στο Δήμο Κερατσινίου , έχει διατελέσει στέλεχος ΚΚΕ-ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ καθώς και του Γραφείου Τύπου του Μαξίμου επί Σημίτη, μεταξύ άλλων, ξετύλιξε την εικόνα που δίνουν οι δημοσκοπήσεις για τα κόμματα, ποια θέση στο πολιτικό σκηνικό καταλαμβάνουν στη συνείδηση των πολιτών αλλά και το αν μπορεί η αντιπολίτευση να πείσει ως πραγματική εναλλακτική εξουσίας.
«Δύσκολα μπορεί να αλλάξει η πρωτιά της ΝΔ στις ερχόμενες εκλογές. Αυτό που δεν είναι σταθερό είναι το ποσοστό της, η διαφορά από το δεύτερο κόμμα. Θα δούμε μια σκληρή μάχη τριών κομμάτων για τη δεύτερη θέση και… όποιος αντέξει, μια συμπίεση πολλών κομμάτων στα όρια του 3% και εξαφάνιση κάποιων πολύ κάτω από το 3%. Άρα, άρα θα πάμε σε μια Βουλή που μετά και από πιθανές δεύτερες εκλογές , μπορεί να έχει 6 ή 7 το πολύ κόμματα», εκτίμησε.
Σύμφωνα με τον κ. Ζούπη, εφόσον η ΝΔ παραμείνει πρώτο κόμμα -ακόμη και με χαμηλότερα ποσοστά- ο σχηματισμός κυβέρνησης χωρίς τη συμμετοχή της καθίσταται δύσκολη, ειδικά λόγω του εκλογικού μπόνους. Έτσι, το δίλημμα για όλους την επόμενη ημέρα θα είναι ιδιαίτερα πιεστικό.
«Στις δεύτερες εκλογές όπου οι συνθήκες θα είναι διαφορετικές, η μάχη της δεύτερης θέσης, αποκτά καθοριστική σημασία καθώς ο δεύτερος θα τα πάρει όλα ενώ όσοι βρεθούν στην τρίτη θέση και κάτω θα είναι ουσιαστικά χαμένοι», σχολίασε.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι καθοριστικό στοιχείο στις επόμενες εκλογές θα αποτελέσει το ποιος θα καταφέρει να κυριαρχήσει στην ατζέντα και να πείσει ότι μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα και καλύτερες μέρες για τη χώρα.
Παράλληλα, έβαλε στο τραπέζι το πώς “μετριούνται” στην κοινή γνώμη νέα πολιτικά εγχειρήματα, όπως του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού, μέσα από το πρίσμα των τελευταίων δημοσκοπήσεων, επισημαίνοντας ότι «οδηγούν σε αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού».
«Κοινωνική δυσαρέσκεια ή σταθερότητα»
«Σε μια εποχή μεγάλων γεωστρατηγικών αναταράξεων, καταγράφεται ανησυχία πως αυτό το σκηνικό θα επηρεάσει τη χώρα μας. Αυτό τροφοδοτούσε πάντα μια γενική τάση για σταθερότητα και αναζήτηση ισχυρής ηγεσίας. Ταυτόχρονα, η μεγάλη οικονομική πίεση δημιουργεί περαιτέρω κοινωνική δυσαρέσκεια με την ακρίβεια να καταγράφεται ως το νούμερο ένα ζήτημα που μαστίζει τα νοικοκυριά. Όλα αυτά επηρεάζουν το πολιτικό σκηνικό σε επίπεδο συσχετισμών δυνάμεων. Το αν θα επικρατήσει η δυσαρέσκεια ή η ανάγκη για σταθερότητα, θα φανεί πιο έντονα από εδώ και πέρα».
«Αδυναμία της αντιπολίτευσης να διαμορφώσει πειστική εναλλακτική»
«Σε σύγκριση με τον περσινό Ιανουάριο, τα δεδομένα των τριών πιο πρόσφατων δημοσκοπήσεων δείχνουν την κυβέρνηση να κινείται ελαφρώς ανοδικά. Δηλαδή, μαζί με εκείνους που προτάσσουν την ανάγκη για σταθερότητα, συνυπάρχει η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης και η αδυναμία της να πείσει ότι μπορεί να προσφέρει ελπίδα μέσα από μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Δεν βλέπω να μπορεί να ξεπεραστεί εύκολα αυτή η αδυναμία. Το βασικό λάθος της αντιπολίτευσης είναι ότι δεν έχει ένα σαφές μήνυμα σχετικά με το τι να περιμένουμε από αυτήν. Από την άλλη, μια κυβέρνηση μπορεί να λειτουργεί καλύτερα όταν νιώθει την ανάσα μιας δυνατής αντιπολίτευσης που παρουσιάζει στους πολίτες μια εναλλακτική πρόταση. Το αντίθετο, αποτελεί στρέβλωση για το πολιτικό σύστημα».
«Το ΠΑΣΟΚ έχει ένα συγκεκριμένο …ταβάνι»
«Ακόμη και το ΠΑΣΟΚ- για παράδειγμα- ενώ έχει κάνει μια προγραμματική προσπάθεια, έχει νέα στελέχη και στις τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφει μια μικρή άνοδο, φαίνεται να συναντά ένα συγκεκριμένο «ταβάνι» στην απήχησή του. Επίσης, υστερεί στο να επικοινωνήσει το πρόγραμμά του. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει πολιτικός φορέας που να έχει δείξει ότι μπορεί να καρπωθεί οφέλη από την κυβέρνηση, ακόμα και όταν αυτή… γονατίζει λόγω και των πρόσφατων γεγονότων όπως η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ή η περίπτωση Λαζαρίδη».
«Ισχυρό ποσοστό αναποφάσιστων , προσδοκίες για νέα πολιτικά σχήματα στο εκλογικό σώμα»
«Το ποσοστό των αναποφάσιστων παραμένει στο 18,5%, ενώ το 14% δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν κάποιο άλλο κόμμα, με ένα σημαντικό μέρος αυτού να συνδέεται με προσδοκίες για νέα πολιτικά σχήματα, όπως το κόμμα Τσίπρα ή της Καρυστιανού. Μέχρι να υπάρξουν επίσημες πολιτικές κινήσεις, η καταγραφή αυτή παραμένει συγκεντρωτική, σύμφωνα και με τη δεοντολογία των εταιρειών δημοσκοπήσεων».
«Τσίπρας και Καρυστιανού οδηγούν σε αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού»
«Μετρώντας τη δυνητική ψήφο για τα κόμματα του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού, μέσω ερωτήματος προς τους πολίτες αν θα μπορούσαν να τα ψηφίσουν, τα στοιχεία δείχνουν σημαντικές μεταβολές. Ο κ. Τσίπρας είχε δυνητική απήχηση 29–30% τον Σεπτέμβριο, ενώ σήμερα κινείται στο 16–17%. Η κ. Καρυστιανού από 29–30% στην αρχή της χρονιάς υποχώρησε στο 19–20%. Τα ποσοστά αυτά δεν σχετίζονται με την πρόθεση ψήφου, αυτή θα καταγραφεί όταν ανακοινωθούν επίσημα τα δύο κόμματα. Εκτιμώ, πάντως, ότι θα δημιουργηθεί ένα νέο πολιτικό τοπίο, όχι τόσο ως προς την επίδραση στην κυβέρνηση, όσο ως προς το γεγονός ότι θα υπάρξει αναδιάταξη σκηνικού στην αντιπολίτευση.
Ο κ. Τσίπρας φαίνεται να αντλεί ακροατήριο από ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά και τμήματα άλλων κομμάτων, ενώ η κ. Καρυστιανού επηρεάζει Πλεύση Ελευθερίας, Ελληνική Λύση, την αποχή και τη ”γκρίζα ζώνη”. Πάντως ,η κ. Καρυστιανού, ως νέο πρόσωπο, έχει μεγαλύτερη απήχηση αλλά πρέπει να μετατρέψει το κοινωνικό ρεύμα σε πολιτική πρόταση. Ο κ. Τσίπρας, έχει αλλεπάλληλες ήττες και ένα 75% τον βλέπει πολύ αρνητικά αν και υπάρχει το άλλο 25% το οποίο δεν τον απορρίπτει. Ουσιαστικά, πρέπει να πείσει ότι εκφράζει ένα νέο πολιτικό λόγο και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο όταν έχεις παρελθόν».
«Κράτος δικαίου, δικαιοσύνη και διαφθορά έχουν μπει δυναμικά στην ατζέντα»
«Τα θέματα του κράτους δικαίου, της δικαιοσύνης και της διαφθοράς έχουν πλέον μπει δυναμικά στην ατζέντα και θα συνεχίσουν να την απασχολούν έντονα το επόμενο διάστημα. Η τραγωδία των Τεμπών και ο ΟΠΕΚΕΠΕ , σαφώς και επηρεάζουν το εκλογικό σώμα και εντείνουν μια αμφισβήτηση που θα δούμε πώς θα εκφραστεί.
Η ακρίβεια παραμένει το κυρίαρχο πρόβλημα για τους πολίτες, σε ποσοστά που φτάνουν το 55–56%, ενώ ακολουθούν ζητήματα όπως το στεγαστικό και οι μισθοί. Αντίθετα, η υγεία και το μεταναστευτικό έχουν υποχωρήσει στην ιεράρχηση των ανησυχιών των πολιτών. Χρειάζονται γενναίες θεσμικές αλλαγές, ευρύτερες συναινέσεις και ενδεχομένως βαθύτερες μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία του κράτους, όπως στην επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης, ίσως και συνταγματικές αλλαγές».
«Ο χρόνος μέχρι τις εκλογές θα μοιάζει με αιώνα»
«Ο χρόνος μέχρι τις εκλογές, είτε αυτές γίνουν πιο νωρίς είτε πιο αργά, θα μοιάζει με αιώνα. Θα ανέβει η αντιπαράθεση, ίσως και πέρα από τα εσκαμμένα. Υπολογίζεται ότι ένα ποσοστό 15% καταλήγει στο τι θα ψηφίσει το τελευταίο διήμερο πριν τις κάλπες. Υπάρχει σήμερα ένα σημαντικό κομμάτι του εκλογικού σώματος που ταλαντεύεται, αναζητά πολιτική στέγη και εναλλακτικές επιλογές είτε απέναντι στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση.
Πάντως, ό,τι ρυάκια αμφισβήτησης κι αν έχουν δημιουργηθεί για την κυβέρνηση , αρκετοί πολίτες προτιμούν να σταθμεύσουν στην ”γκρίζα ζώνη” , παρά να διαλέξουν ένα άλλο κόμμα. Οι ιδεολογικοί διαχωρισμοί, που στο παρελθόν ήταν έντονοι, φαίνεται πλέον να παίζουν μικρότερο ρόλο. Οι κομματικές ταυτίσεις και ο ”σκληρός πυρήνας” των κομμάτων έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά, γεγονός που ενισχύει ακόμη περισσότερο τη ρευστότητα στο πολιτικό σκηνικό».
«Το εκλογικό αποτέλεσμα θα κριθεί από το κέντρο, τις γυναίκες και τον παραγωγικό ιστό»
«Το εκλογικό αποτέλεσμα θα το καθορίσουν οι δυνάμεις του κέντρου. Η ΝΔ έχει χάσει σημαντική στήριξη, όπως φάνηκε και στις Ευρωεκλογές, κυρίως προς τα δεξιά αλλά και από το κέντρο, όπου ένα τμήμα που την είχε στηρίξει ως μεταρρυθμιστική δύναμη. Παράλληλα, οι γυναίκες εμφανίζονται πιο δύσπιστες, με μεγαλύτερη ανησυχία και τάση διαμαρτυρίας. Αυτή τη στιγμή, το κομμάτι του πληθυσμού που ανησυχεί περισσότερο για το παρόν και το μέλλον του είναι ο λεγόμενος παραγωγικός ιστός, δηλαδή οι ηλικίες περίπου 30–35 έως 50–55. Εκεί καταγράφεται μεγαλύτερη αμφισβήτηση. Αυτά τα τρία ακροατήρια κατά την γνώμη μου είναι τα πιο ρυθμιστικά».





